ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΙΧΑΗΛ (22)
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΛΛΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ (5)
ΑΦΙΕΡΩΜΑ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
ΕΚΘΕΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΖΑΠΠΕΙΟ (1)
ΑΦΙΕΡΩΜΑ          

Ποιος είναι;

Ο μοναχός Μιχαήλ γεννήθηκε στην Πέλλα της Μακεδονίας (του Μεγάλου Αλεξάνδρου) το 1955. Από το 1973 μέχρι τις αρχές του 1988 έζησε στην Ι.Μ. Σίμωνος Πέτρας στο Άγιον Όρος. Από τότε ως το καλοκαίρι του 1998 έμεινε στο Σινά. Από τον Οκτώβριο δε του 1998 και μετά, ζει μόνος και ήσυχος και εκδίδει τα βιβλία του.

Γιατί γράφει;

Όχι για να κινδυνολογήσει, αφού η κριτική του είναι τεκμηριωμένη και πάντα προσφέρει και τη θετική πλευρά των πραγμάτων. Γράφει διότι έχει αγανακτήσει με τους προβληματικούς που πραξικοπηματικά έχουν καταλάβει την Εκκλησία (Πνευματική Πατρ., 147 κ.ε.) και δεν ανέχεται να την εγκαταλείψουν υγιείς και έξυπνοι άνθρωποι, που είναι η μοναδική λύση στο σημερινό εκκλησιαστικό μας αδιέξοδο, επειδή απογοητεύονται καθημερινά από τη δικτατορία των προβληματικών (Πνευματική Πατρ., 76). Επίσης, ο Μιχαήλ θέλει να ξυπνήσει κοιμισμένες, αιχμαλωτισμένες και φοβισμένες προσωπικότητες του χριστιανικού -και όχι μόνο- χώρου. Γνωρίζει, ωστόσο, ότι η ανάγκη για ψυχολογική ασφάλεια είναι μεγαλύτερη από την ανάγκη για ελευθερία και αξιοπρέπεια. Γνωρίζοντας όμως, επίσης, πολύ καλά τη δουλειά που κάνει -και ομολογουμένως την κάνει με περισσή τέχνη και αποτελεσματικότητα- γράφει: «Αν δεν τους γελοιοποιήσουμε εμείς αυτούς τους τύπους (τους προβληματικούς, δηλαδή, καριερίστες “νηπτικούς” μοναχούς, εξουσιαστές επισκόπους, ψυχοπαθείς γεροντάδες, κοτοειδείς χριστιανές κυρίες κ.λπ.) για να δώσουμε την ηθική δύναμη και το δικαίωμα αποδέσμευσης στα θύματα, δεν νομίζω ότι θα αναλάβει κάποιος άλλος αυτόν τον ρόλο. Απ’ την άλλη, είναι ο μόνος τρόπος κάποιοι να ξυπνήσουν και να σωθούν» (Νοερά Β΄, 146). Η θετική πλευρά των βιβλίων του είναι μια λαμπρή και χαρούμενη Ορθοδοξία να ξεχειλίζει από το στόμα μεγάλων αναστημάτων της εποχής μας (γεροντάδων και όχι μόνο) και από τη δική του γραφίδα.

Σε ποιους απευθύνεται;

Γράφει για το πολύτιμο 3% του ελληνικού λαού, την ποιοτική πλειοψηφία με τον εναργή και ενεργό νου και με τα καθαρά αισθήματα, το 3% που διάγει μακράν του νοσηρού συναισθηματισμού (το ποσοστό το δίνει ο ίδιος). Απευθύνεται κατεξοχήν σε ανθρώπους «εκτός Εκκλησίας»: «Η ελπίδα της Εκκλησίας βρίσκεται κυρίως εκτός αυτής. Είναι εκείνοι που νοσταλγούν τον Θεό, αλλ’ η σοβαρότητά τους και η δεκτικότητά τους δεν τους επιτρέπει να μπερδευτούν με τα υπάρχοντα δεδομένα του εκκλησιαστικού χώρου. Η λύση, λοιπόν, του εκκλησιαστικού προβλήματος είναι να μπορέσει η Εκκλησία να εντάξει στους κόλπους της μερικούς απ’ αυτούς τους έξυπνους γνήσιους αναζητητές» (Πνευματική Πατρ., 177).

Κοινό του, λοιπόν, είναι αυτοί που νοσταλγούν το Θεό, αλλά δε τους πείθει η Εκκλησία Του (αφιέρωση στο Λόγο Ι). Πιστεύω, όμως, ότι θα πρέπει να συμπεριλάβουμε στο κοινό του και τους συνειδητοποιημένους αθέους ή θρησκευτικά αδιάφορους, αρκεί να είναι ειλικρινείς αναζητητές, διότι θα είναι μια έκπληξη γι’ αυτούς η ανακάλυψη αυτού του συγγραφέα.

Πώς γράφει;

Το καλαμπούρι που κάνει στα γραπτά του είναι ο μαγικός τρόπος για να ξεκλειδώσει την καρδιά του αναγνώστη, να τον χαλαρώσει ώστε να μη θεωρήσει ως επίθεση την «άγρια», αλλά καθαρή και μεστή κριτική που ασκεί. Έτσι ο υγιής αναγνώστης δε θα λειτουργήσει αμυντικά έναντι του Μιχαήλ. Δε μιλάει με τυπικό λόγο, αλλά με λόγο που έχει εξουσία, την εξουσία της αγάπης. Κατέχει και μεταδίδει μια αφομοιωμένη προσωπικά θεολογία ως στάση καθημερινής ζωής και αδιαφορεί για το νεοσχολαστικισμό των άζωων. Το χάρισμα και η προφητεία του έναντι της πνιγηρής συστηματοποίησης και του θεσμού. Κινδυνεύεις να γίνεις... χαρούμενος άνθρωπος διότι χωρίς έγνοιες, που τις απομακρύνει με το χιούμορ του, τι θα απογίνουμε; Δε χρησιμοποιεί τις γνώμες μεγάλων γεροντάδων με τον αγαθιάρικο τρόπο που έχουμε συνηθίσει. Αυτό που θέλει να πετύχει ο Μιχαήλ είναι να «αγχώσει» τους αναγνώστες του, ώστε να βρουν τρόπους για να κάνουν το Χριστό να αισθάνεται υπερήφανος γι’ αυτούς. Κρίνει αγαπώντας και αγαπώντας κρίνει, αν και το ρήμα «κρίνω» δεν ταιριάζει σ’ αυτόν, περισσότερο ταιριάζει το «κάνω χειρουργική επέμβαση» ή «θεραπεύω».

Περιγράφει σαν σε παλιά καλή ελληνική ταινία την περιπλάνησή του μέσα στη ζωή και γι’ αυτό είναι αυθεντικός -παρουσιάζει τα δικά του ξεκαθαρίσματα στα οποία κέρδισε-, εκτίθεται προσωπικά, εκθέτει τον εαυτό του χωρίς άγχος, παίζοντας μ’ ένα κομψό τρόπο. «Ο Γέροντας (Πορφύριος) μ’ έπιασε απ’ τα γένια, όπως ήμουν σκυμμένος, και μου είπε:

“Έλα πιο κοντά γιατί είμαι εξαντλημένος πολύ και δεν μπορώ να μιλώ. Βλέπω το πρόβλημά σου, αλλά για πες μου και συ, πώς το αισθάνεσαι;”.

“Εγώ”, του απάντησα, “το αισθάνομαι σαν ένα κύκλο που έχει τρία σημεία, απ’ το ένα οδηγούμαι συνεχώς στο άλλο. Όπως κάθομαι στο κελλί μου κοιτάζοντας τους τοίχους, περιμένω ότι κάποια στιγμή θα τρελαθώ και θα με οδηγήσουν στο Λεμπέτ, κι έτσι θα τελειώσω πολύ άδοξα τη μοναχική μου καριέρα”.

“Το δεύτερο;” ρώτησε ήρεμα ο Γέροντας.

“Το δεύτερο είναι”, συνέχισα, “ότι πιάνοντας το μαχαίρι για να κόψω το ψωμί, με μαγνητίζει τόσο πολύ, που δεν μπορώ πλέον να πλησιάσω μαχαίρι. Γιατί για μένα θα ’ταν η γλυκύτερη λύση”.

“Και το τρίτο;” έκανε ο Γέροντας στον ίδιο ήρεμο τόνο.

“Και τρίτο”, συνέχισα, “σκέφτομαι να πάω να βρω καμμιά κοπέλα, ούτως ώστε παίζοντας μαζί της να ξεχνάω το Θεό”.

Ο Γέροντας χαμογέλασε μ’ απέραντη καλωσύνη, αλλ’ αυτό που με παραξένεψε ήταν η άνεσή του. Δεν ταράχτηκε ούτε το βλέφαρό του, ακούγοντας όλ’ αυτά. Αλλ’ ακόμη πιο καταπληκτική ήταν η απάντησή του.

“Μάλιστα!” κατέληξε. “Λοιπόν, Μιχαλάκη μου, όλα θετικά, όλα θετικά”». (Πνευματική Πατρ., 48-9).

Γράφει κι άλλα πράγματα που δείχνουν ότι δεν πρέπει να τον φοβάται ο αναγνώστης, αλλά να του παραδοθεί όπως παραδίδεται κι εκείνος: «Ξέρω πως όλοι που θα το διαβάσουν αυτό το βιβλίο, θα ξαφνιαστούν και θ’ αναρωτηθούν: “Από πού πήρες το δικαίωμα να τα λες όλ’ αυτά; Μα ποιος είσαι τέλος πάντων;”.

Θα σας πω όλη την αλήθεια· και να ξέρετε ότι αυτή είναι πραγματικά όλη η αλήθεια.

Ο Χριστός με πήρε στα 18 μου χρόνια, ένα κομπλεξικό νεαρό, που αν τραβούσες την κλωστούλα απ’ το κουβάρι που είχα μέσα μου για να το ξετυλίξεις, θα τέλειωνε πολύ πιο γρήγορα η ζωή μου, παρά το κουβάρι. Κι όμως, κατόρθωσε τελικά ο Χριστός και το ακατόρθωτο: Να κάνει αυτόν τον κομπλεξικό έφηβο να ζει σαν πριγκηπόπουλο. Για πολλά χρόνια, δεν πέρασε ούτε μια μέρα που να μην είχε τη χαρά και την ομορφιά του Χριστού στην καρδιά του. Η ευγνωμοσύνη τον έπνιγε κι αποφάσισε να κάνει κάτι κι αυτός για τον Χριστό.

Σκέφτηκε, σκέφτηκε, και τελικά κατέληξε ότι το πιο θεάρεστο έργο που μπορεί να κάνει και τη μεγαλύτερη υπηρεσία που μπορεί να προσφέρει στην Εκκλησία, είναι δύο πράγματα: Πρώτον, να δουλεύει Επισκόπους, καθότι σχεδόν κανείς απ’ αυτούς δεν έχει προτεραιότητα τον Χριστό στη ζωή του, και δεύτερον, να δουλεύει πλαστούς αγίους που αποπλανούν και αποπροσανατολίζουν το λαό του Θεού» (Νοερά Α΄, 13).

Παρόλη την ένταση μένει μια ισορροπία καρδιακή, αυτό είναι το χάρισμα που δίνει ο γραπτός λόγος του Μιχαήλ.

Τι γράφει;

Θα επιλέξουμε μερικά μόνο στοιχεία της σκέψης του, διότι μια απλή βιβλιοπαρουσίαση κάνουμε και όχι διατριβή. Η διατριβή θα εκπονηθεί από κάποιον, κάποτε, αλλά φοβούμαι όχι σε θεολογική σχολή, αλλά σε κάποιο τμήμα Κοινωνιολογίας ή Ψυχολογίας.

1. Πνευματικοί νόμοι (ή ατάκες)

- «Υπάρχει ένας πνευματικός νόμος που λέει ότι όποιος στερείται της εσωτερικής του ειρήνης, χρειάζεται εξωτερικούς μπελάδες για να ξεγελάει τον εαυτό του και τη συνείδησή του (και βέβαια το 666 είναι μια ιδανική υπόθεση για αποκέντρωση, για υβρισμούς και γι’ αυταπάτες)» (Λόγοι Ι, 93).

- «Αυτοί που φωνάζουν πιο πολύ συνήθως είναι αυτοί που αρνούνται και πρώτοι» (Λόγοι Ι, 96).

- «Τα αδικημένα του κόσμου είναι τα αγαπημένα του Θεού» (Λόγοι ΙΙ, 115).

- «Η δικαιολογία είναι απόδειξη ότι ο άλλος δεν θέλει να διορθωθεί» (Λόγοι ΙΙΙ, 12).

- «Ο αμετανόητος κι εγωιστής άνθρωπος δεν σηκώνει υποδείξεις. Τον τραβάει η καταστροφή με μία ανεξήγητη κι ακατανίκητη έλξη, κι οι συμβουλές τότε περιττεύουν» (Λόγοι ΙΙΙ, 23).

- «Όποιος αγαπάει βαθιά κι ειλικρινά, θέλει να πάσχει και να υποφέρει γι’ αυτόν που αγαπάει ... για ν’ ανταποδώσει λίγο απ’ την υποχρέωση που νιώθει μπροστά στο πολύτιμο δώρο της αγάπης που έλαβε» (Λόγοι ΙΙΙ, 60).

- «Δεν υπάρχει ασφαλέστερος τρόπος να πάει κανείς κατά διαόλου, απ’ το να πιστέψει ότι είναι καθαρός και γνήσιος Χριστιανός, κι ότι οι άλλοι είναι υποδεέστεροί του» (Λόγοι ΙΙΙ, 73).

- «Είναι δεδομένο βλέπετε αυτό, ότι η πολλή και μεγάλη αγιότης συνοδεύεται απαραίτητα κι από άπλετη ελευθερία, σκάνδαλο κι αφόρητο για την λογική του σύγχρονου θρησκευόμενου ανθρώπου» (Λόγοι ΙΙΙ, 82).

- «Μόνοι μας δε σωζόμαστε σε καμμιά περίπτωση. Αλλά το αντίθετο, εγκλωβιζόμενοι στον εγωισμό μας, καταδικαζόμαστε στην απομόνωση και στο σκοτάδι, έστω κι αν ζούμε ανάμεσα και σ’ ανθρώπους ακόμη που μας αγαπούν» (Λόγοι ΙΙΙ, 100).

- «Τις μεγάλες αποφάσεις τις νιώθουμε, αλλά δεν τις σκεφτόμαστε» (Λόγοι ΙΙΙ, 114).

- «Μη διστάζεις να μαλλώνεις, όταν ξεκαθαρίζεις καταστάσεις» (Λόγοι ΙΙΙ, 121).

- «Ο άνθρωπος που χρωστάει, πρέπει πρώτα να ξεπληρώσει το χρέος του και μετά, ελεύθερος απ’ αυτό, μπορεί να παρουσιαστεί ενώπιον του Χριστού (Νοερά Β΄, 40).

- «Για οποιαδήποτε μεγάλη απόφαση, χρειαζόμαστε ησυχία και μοναξιά. Τονώνει την εσωτερική διεργασία κι αυξάνει την ετοιμότητα και την δυνατότητα δεκτικότητος του ανθρώπου» (Νοερά Β΄, 115).

- «Η ζωή είναι γλυκιά, αρκεί μόνο να το ανακαλύψεις» (Βεδουίνοι, 179).

- «Όταν εκλείπουν οι άρχοντες, εμφανίζονται τα υποκατάστατα» (άρχοντες = αρχοντικός) (Νοερά Α΄, 21).

- «Καρδία μη καθαρά κάνει τον άνθρωπο δειλό» (Βεργίνα, 151).

- «Ακολουθώντας και υπηρετώντας τίμια την αλήθεια, το φως της μεγαλώνει και σε καθοδηγεί, ημερώνοντας τα πάθη σου και την καρδιά σου, έως ότου σε βγάλει εκεί που πρέπει» (Βεργίνα, 210).

- «Υπάρχει ουδετερότης χειρότερη από βαρύ έγκλημα» (Πνευματική Πατρ., 23).

- «Όταν πεις την αλήθεια, θα πρέπει να σ’ εξαφανίσουν» (Πνευματική Πατρ., 31).

- «Στήριξες ένα μοναχό σε μια κρίσιμη στιγμή στη ζωή του; Τον κέρδισες για πάντα» (Πνευματική Πατρ., 79).

- «Μετά υποχωρεί η χάρις, για να φανεί η διάθεση του ανθρώπου» (Πνευματική Πατρ., 81).

- «Με το να έχετε επίγειες απολαύσεις, δεν δικαιούσθε των επουρανίων» (Πνευματική Πατρ., 91).

- «Είναι πανανθρώπινο φαινόμενο αυτό, ο επαναστάτης ν’ αγαπιέται σχεδόν απ’ όλους» (Πνευματική Πατρ., 104).

- «Έμαθες να σε δέρνουνε και δεν αισθάνεσαι καλά όταν δεν σε δέρνουνε. Νιώθεις ότι δεν σ’ αγαπάνε» (Υπακοή, 100).

- «Έχει κάτι η ανθρώπινη φύση, να εξιλεώνεται στον εξευτελισμό της ... (αλλά) άλλο ταπείνωση της ανθρώπινης καρδιάς κι άλλο εξευτελισμός προσωπικότητος» (Υπακοή, 103).

- «Πρώτη συνέπεια της απομάκρυνσης του Αγίου Πνεύματος, είναι οι πονηροί λογισμοί» (Νοερά Β΄, 56).

- «Άνθρωποι απολυτοποιημένοι, κολυμπούν πάντοτε σε πέλαγος πονηρών λογισμών» (Νοερά Β΄, 71).

- «Αυτό που αποφεύγεις ν’ αντιμετωπίσεις και να λύσεις τώρα, θα το βρεις αργότερα χειρότερο μπροστά σου» (Νοερά Β΄, 97) κ.λπ.

2. Σχέσεις Ψυχολογίας - Θεολογίας

Η σύνδεση που επιτυγχάνει ο Μιχαήλ δεν έχει ψυχολογικό ή συναισθηματικό υπόβαθρο, αλλά αναφέρεται στο βαθύτερο είναι του ανθρώπου. Κέντρο της ψυχασθένειας είναι ο επηρμένος, φαντασιόπληκτος εγωισμός που θέλει να καταργήσει τις λέξεις – κλειδιά της σκέψης του που είναι: «φυσιολογικότητα», «λεβεντιά», «αξιοπρέπεια», «καρδιά», «μετάνοια», «αρχοντιά», «πριγκιπόπουλο», (λύσεις στις) «εκκρεμότητες», «ξεκαθαρίζω». Ένας μπλεγμένος ψυχολογικά άνθρωπος που δε λέει κάθε μέρα καλημέρα, καλύτερα να μην ασχοληθεί με τη νοερά προσευχή.

Η έκφραση της Γερόντισσας Γαβριηλίας που αναλύει ο Μιχαήλ στο βιβλίο «Πνευματική Πατρ.» (68-72) «μη δεσμευτείς με άνθρωπο στη ζωή σου», μας εισάγει στα καθαρά μη ψυχολογικά αισθήματα της ελεύθερης αγάπης. «Χωρίς να νιώθουμε την ανάγκη να είμαστε καλοί επειδή μας αγαπούν και μας αναγνωρίζουν οι άλλοι. Η ευτυχία μας καθίσταται ένα προσωπικό μας γεγονός, άσχετα αν μας καλύπτουν οι άλλοι συναισθηματικά ή όχι» (Λόγοι ΙΙ, 21). Ο Μιχαήλ έχει μια υπαρξιακή περισσότερο προσέγγιση. «Το κενό της καρδιάς είναι μια βαριά μορφή ψυχασθένειας» (Πνευματική Πατρ., 101). Ωστόσο, «το ψυχολογικό μπλέξιμο είναι το καλύτερο υλικό για το διάβολο» (Πνευματική Πατρ., 47). Ποιος είναι ο τρόπος για να αποκτήσει ο άνθρωπος ήρεμη συνείδηση; Όχι η γιόγκα, πάντως, ή άλλες τεχνικές, αλλά μια μάχη ελευθερίας «κι ο τρόπος είναι να διαγράψεις απ’ τη ζωή σου όλον τον ντουνιά. Είναι ο μόνος τρόπος κι ο μοναδικός δρόμος για να φθάσει κανείς στην πνευματική προσωπικότητα, στην ελευθερία, στην ανεξαρτησία, στην αυτοπεποίθηση, στον ηρωισμό αλλά και στην φιλανθρωπία και στη συμπόνια προς το ανθρώπινο γένος. Αλλά για να διαγράψεις τους επισήμους που εκπροσωπούν αυτόν τον ψεύτικο ντουνιά, θα πρέπει να ’χεις καθαρή συνείδηση, αλλιώς δε θ’ αντέξεις την πίεση που θ’ ασκηθεί πάνω σου και θα προσκυνήσεις. Και καθαρή συνείδηση έχουν συνήθως οι μικροί του κόσμου» (Λόγοι ΙΙΙ, 50). Τα μη ψυχολογικά αισθήματα που αποκτάς μετά την ασκητική αυτή μάχη ελευθερίας σε οδηγούν σε μια σταθερότητα κι ας χάνονται τα πάντα γύρω σου. «Οι αληθινοί άνθρωποι έχουν αμετάπτωτη την καθημερινή τους ζωή, όπως χθες και σήμερα, όπως τώρα και πάντα. Μένουν το ίδιο όμορφοι» (Βεργίνα, 211). Αποφασιστική είναι η διάκριση μεταξύ ψυχολογίας (θρησκευτικό -και όχι μόνο- συναίσθημα) και θεολογίας (πνευματικό βίωμα), διότι... άλλο Λωζάνη κι άλλο Κοζάνη. «Εάν το Άγιο Πνεύμα δημιουργήσει λίγη ειρήνη στην καρδιά μας, αυτή η ειρήνη δε διαταράσσεται, ούτε λιγοστεύει, εάν οι άλλοι άνθρωποι μας βρίζουν ή μας απορρίπτουν ή μας εναντιώνονται και μας πολεμούν. Άλλο τα εξωτερικά δεδομένα της ζωής μας, που μπορεί να ζούμε κάποια ταλαιπωρία, κι άλλο το εσωτερικό γεγονός που παραμένει αμετακίνητο κι ατάραχο μέσα μας. ... Το συναίσθημα περιορίζεται στο περικάρδιο, ενώ το βίωμα καταλαμβάνει το εσωτερικό της καρδιάς του ανθρώπου. Γι’ αυτό και μπορεί κανείς να κλαίει εύκολα, ν’ αγαπάει εύκολα, να συμπονάει εύκολα και να συμμετέχει σε κάθε γεγονός άμεσα. Την ίδια όμως στιγμή μπορεί να κουβαλάει μέσα στην καρδιά του ένα μεγάλο κενό. Και πολύ εύλογα αναρωτιέται (αν είναι έντιμος): “Πώς, την ώρα που εγώ θυσιάζομαι με τόση αγάπη για το συνάνθρωπό μου, η καρδιά μου υποφέρει από ένα τέτοιο κενό;”. Η απάντηση είναι ότι για μας τους μοναχούς τα συναισθήματα δεν είναι αρετές. Γι’ αυτό και οι πνευματικοί άνθρωποι δυσκολεύονται τόσο πολύ να πουν ότι έχουν κάποια αρετή. Και συνήθως φοβούνται ότι θα πεθάνουν, χωρίς ν’ αποκτήσουν κάποια απ’ αυτές» (Πνευματική Πατρ., 125).

«Μπορείς να συναντήσεις ταυτόχρονα την υπερσυναισθηματικότητα και τον αδάμαστο υπερβολικό εγωισμό και σκληρότητα. ... Η ταπείνωση είναι δυναμική άκτιστη ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. ... Όταν δε, η συναισθηματικότητα αυτή συνοδεύεται κι από ευαισθησία είναι ευθιξία του εγωισμού περισσότερο, παρά οτιδήποτε άλλο» (Πνευματική Πατρ., 131).

Άλλο πράγμα είναι το ψυχολογικό εγώ και άλλο το θεολογικό εγώ: «Τι σημαίνει το “εγώ ειμί” που λέει ο άνθρωπος μπροστά στο Θεό; Σημαίνει ότι “εγώ ειμί” το μεγαλύτερο συντρίμμι της γης. “Εγώ ειμί” το πιο μπερδεμένο πλάσμα σου. “Εγώ ειμί” αυτός που έχω τη μεγαλύτερη αρρώστια στην ψυχή μου. Αλλά και “εγώ ειμί” αυτός που μπορώ να κάνω και κάτι καλό στη ζωή μου, αν Εσύ με προσέξεις και με βοηθήσεις» (Πνευματική Πατρ., 135). Βλέπουμε εδώ ότι η αυτοεκτίμηση του χριστιανού είναι αποκρουστική για το βολεμένο στα συναισθήματά του ψυχολογικό άνθρωπο. Η λύση των ψυχολογικών προβλημάτων είναι η ταπείνωση. «Πόσο μεγάλη ανακούφιση νιώθεις όταν εγκαταλείπεις τις απαιτήσεις σου απ’ το Θεό... Πόσο πολύ ξαλαφρώνεις... Σαν να σου βγάζουν το πύον απ’ το πρησμένο σου χέρι» (Νοερά Α΄, 136).

Ο δόκτωρ Σάλεχ, βεδουίνος παραδοσιακός, μεγαλογιατρός, για να αντιμετωπίσει τα ψυχολογικά προβλήματα κάποιων, εφηύρε τη θεωρία «κεφάλι χωρίς κέφι, καλύτερα να το κόβεις». Αφού έκανε μερικές τελετουργικές επιδείξεις με λιβάνια κ.λπ. στον ασθενή, υποκρινόταν ότι θα του ’κοβε το κεφάλι θεατρικό τω τρόπω με ένα τεράστιο μαχαίρι, σωστή χατζάρα. «Για να συνέλθει», έλεγε, «πρέπει να ξυπνήσει κάτι μέσα του. Και για να κινηθεί αυτό το κάτι, χρειάζεται ένα ισχυρό σοκ» (Βεδουίνοι, 120). Ανατολίτικες προτάσεις στους δυτικούς ψυχιάτρους!

Εντυπωσιακή, τέλος, είναι η περιγραφή της χαρμολύπης, αυτή η συνύπαρξη δύο αντίθετων συναισθημάτων που παγώνει κάθε ψυχολόγο: «Κάθε πνευματικό φαινόμενο βιώνεται σε δύο διαστάσεις. Η πρώτη είναι η επίγνωση της αθλιότητητάς μας, όταν κάποιος ανακαλύπτει ένα άγνωστο, μέχρι τότε, βάθος της καρδιάς του, της οποίας το περιεχόμενο, μόνο τιμητικό δεν είναι για τον άνθρωπο. Ταυτόχρονα όμως με την αθλιότητά του, ζει και την επίγνωση της μοναδικότητος που του χάρισε ο Θεός, όπως και το μεγαλείο που δημιουργεί με την εργασία Του στην καρδιά του. Έχοντας την αίσθηση της αναξιότητός του, απολαμβάνει με τρόμο το ανεπανάληπτο κι ατίμητο ένδυμα με το οποίο τον ένδυσε και τον στόλισε ο Θεός, γνωρίζοντας πάρα πολύ καλά ότι τη στιγμή που θα πάψει να είναι όπως τον θέλει ο Χριστός, θα του το πάρει και θα μείνει γυμνός, αισχρός και γεμάτος ασχήμια.

Έστω κι αν οι άγιοι ζούσαν ως έσχατοι των αμαρτωλών, απολάμβαναν το φως, την ελευθερία, το μεγαλείο και γνώριζαν ότι γύρω τους οι άλλοι ήταν μέσα στο βαθύ σκοτάδι της άγνοιας, της κακομοιριάς, της δεισιδαιμονίας και της βλακείας που γεμίζουν την ανθρώπινη ζωή.

Κι αυτές οι δύο διαστάσεις δημιουργούν τη χαρμολύπη στην έκφρασή τους. Μόνο που πάντοτε η λύπη καταπίνεται απ’ τη χαρά, κι έτσι, η συνισταμένη αυτής της έκφρασης είναι γεμάτη ιλαρότητα, γλυκύτητα, πραότητα, ταπείνωση, αλλά κι όταν χρειάζεται, αποφασιστικότητα και τόλμη» (Νοερά Β΄, 164-5).

3. Εσχατολογική ηθική

Ο Μιχαήλ φοβάται τους ανθρώπους που φοβούνται να αγαπήσουν ή να αμαρτήσουν. Η αμαρτία είναι διάβρωση, αλλά υπάρχουν και σοβαρότερα προβλήματα στο είναι του ανθρώπου. «Εσείς φοβάστε την αμαρτία. Εγώ όμως περισσότερο κι απ’ την αμαρτία φοβάμαι τη στενομυαλιά και την ηττοπάθεια των θρησκευόμενων και δη των μοναχών. Κι έστω κι αν είναι προκλητικό, θα σας διαβεβαιώσω ότι το Άγιο Πνεύμα ξεπερνάει πολύ πιο εύκολα την αμαρτία του ανθρώπου παρά τη στενομυαλιά του και τη στενοκαρδία του» (Νοερά Β΄, 51). «Να καταλάβετε δηλαδή ότι ούτε οι αρετές, ούτε οι ασκήσεις μας, ούτε ακόμη και αυτή η παρθενία μας ευαρεστούν το Θεό επαρκώς, όταν δεν συνοδεύονται από μετάνοια και από δάκρυ» (Λόγοι ΙΙ, 34), διότι άλλο ηθικός και άλλο ταπεινός άνθρωπος.

«Οι αμαρτωλοί μετανοούν περισσότερο απ’ τους ανθρώπους της Εκκλησίας» (Λόγοι ΙΙΙ, 14). Και, τέλος, «οι σοβαροί άνθρωποι και οι γεροντάδες όπως ο Πορφύριος προτιμούν ένα γνήσιο τύπο, έστω και χούλιγκαν, απ’ τις ψεύτικες και τεχνητές προσωπικότητες και αγιότητες που πολύ συχνά καλλιεργούνται και αναπτύσσονται στο χώρο της Εκκλησίας, και που χρειάζονται φορμόλη για να συντηρηθούν» (Λόγοι ΙΙΙ, 17).

4. Ο νεοαγιορειτισμός είναι γυμνός!

Η κριτική του Μιχαήλ στο νεοαγιορειτισμό είναι χειρουργική επέμβαση. Γράφει πράγματα που ήταν γνωστά, γράφει τα αυτονόητα, αλλά κανείς δεν το έκανε μέχρι τώρα παρά περιορίζονταν όλοι σε συζητήσεις καφενείου. Ο νηπτικός στρατωνισμός, τα ψυχοφάρμακα σε χρήση, η καταστροφή των σκητών εν ονόματι του πειθαναγκαστικού κοινοβίου κ.λπ. έρχονται στην επιφάνεια. «Η “υπακοή” του Ενβέρ Χότζα ήταν απόλυτα όμοια με την υπακοή που απαιτούσε και ο κύριος Γεώργιος Παπαδόπουλος, αλλά και πολλοί σημερινοί ηγούμενοι του Αγίου Όρους» (Βεργίνα, 241). Η απολυτικοποίηση της υπακοής είναι η πρώτη αμαρτία των νεοαγιορειτών που εκφράζει παπικές και ζωικές αντιλήψεις. Δεύτερη αμαρτία είναι ότι αντικαταστάθηκε ο απλός, ο ταπεινός κι ο εν μετανοία διάγων μοναχός με τον τύπο του «μορφωμένου» επιτυχημένου και καταξιωμένου τοιούτου. «Το υγιές πρότυπο κατά το οποίο ο μοναχός ένιωθε ελλιπής και δεν φοβόταν να παρουσιάζεται αμαρτωλός, διά της μετανοίας του δε, διεκδικούσε την εύνοια του Χριστού κι ανέμενε με ταπείνωση την επίσκεψη της θείας Χάριτος, τώρα αντικαταστάθηκε από τον επιτυχημένο μοναχό, τον άμεμπτο κι ατσαλάκωτο, γεμάτο αυτοπεποίθηση, πανεπιστημιακή καλλιέργεια, αυθεντία κι επιβολή. Αυτή η αναστροφή δε, είναι ίσως η πιο τραγική συνέπεια που επέφερε το “Ζωικό” φρόνημα στο Άγιον Όρος. Διότι το καινούργιο αυτό μοντέλο, κατεξοχήν ηθικιστικό, καλλιεργεί και αναπτύσσει έναν μεγάλο, κρυφό και ως εκ τούτου άκρως επικίνδυνο εγωισμό, με αναπόφευκτη κατάληξη τον εγκλωβισμό στο σκοτάδι της εμπάθειας και την έλλειψη ανάπαυσης στην καρδιά του αγωνιζόμενου» (Νοερά Β΄, 26).

Τρίτη αμαρτία, η σχολαστική συστηματοποίηση κι αρχειοθέτηση των πνευματικών φαινομένων κι ο προγραμματισμός κάθε λεπτομέρειας της καθημερινής ζωής με συνέπεια νευρώσεις και βιτρίνες για να τις καλύπτουν.

5. Θαύματα

Τα θαύματα που παρουσιάζει ο Μιχαήλ στα βιβλία του δεν είναι «υπερφυσικά γεγονότα», αλλά προέκταση της φυσιολογικής ζωής, δηλαδή της αγάπης. «Γνωρίζουμε ασκητές οι οποίοι διά της προσευχής τους μετέβαλαν, επηρέασαν μετεωρολογικά φαινόμενα στο Πακιστάν και στην Ινδία, με μόνο σκοπό να βοηθήσουν και να προστατέψουν ανυπεράσπιστες και δυστυχείς υπάρξεις εκεί» (Λόγοι ΙΙ, 55).

Όσο για το άκτιστο φως, είναι γι’ αυτούς που έγιναν ταπεινοί και όχι supermen.

6. Επίσκοποι

Δεν είναι αλήθεια ότι «κανένας Δεσπότης δε θέλει κάποιον ολοκληρωμένο άνθρωπο πλάι του και κανέναν ηγούμενο δεν τον νοιάζει αν αυτό που λες είναι σωστό ή λάθος, αλλά αν συμφωνείς μαζί του ή όχι» (Υπακοή, 13);

Δεν είναι αλήθεια ότι «είναι όντως παράδοξο το πώς η τόσο παρηκμασμένη πλέον τάξη της ελληνικής κοινωνίας που είναι οι Επίσκοποι, μπορούν να προκαλούν τέτοιο υπερφυσικό δέος και να επιβάλλονται τόσο σαρωτικά σ’ αυτόν τον ταλαίπωρο ελληνικό λαό» (Πνευματική Πατρ., 25);

Δεν είναι αλήθεια ότι «από αστείους Επισκόπους και φανφαρόνους Αρχιεπισκόπους σαν τους σημερινούς, ας μην περιμένουμε τίποτε άλλο, παρά την ανακύκλωση της εκκλησιαστικής αρρώστιας. Απ’ αυτούς δεν υπάρχει ελπίδα, αφού απέδειξαν επί δεκαετίες, ότι κάποιος που γίνεται Δεσπότης, χάνει όχι μόνο την αρετή που τυχόν είχε, αλλ’ ακόμη και τη φυσιολογικότητά του και την ανθρωπιά του. Δεν υπάρχει Δεσπότης (σπάνια η εξαίρεση) που τα χέρια του να μη στάζουν αίμα απ’ τις σφαγές αθώων κι ανυπεράσπιστων κληρικών του. Κι όσοι απ’ αυτούς δεν σφάζουν, συμμετέχουν στις σφαγές με την ένοχη σιωπή τους, παραβλέποντας ενσυνείδητα το δίκιο αθώων και αγνών κληρικών. Οι πιο έξυπνοι άνθρωποι που αγαπούν το Θεό μένουν στην περιφέρεια. Έστω κι αν λαχταρούν να υπηρετήσουν το Θεό με την ιερωσύνη, ούτε καν σκέφτονται να γίνουν κληρικοί, διότι τρέμουν την αυθάδεια και τον παραλογισμό των Ελλαδικών Επισκόπων» (Νοερά Β΄, 159-160);

Δεν είναι αλήθεια η σκέψη του Σεβασμιότατου Ειρηναίου Μπούλοβιτς, που προσυπογράφει ο Μιχαήλ, ότι «η Εκκλησία ανήκει κυρίως και κατά πρώτον στον λαό κι όχι στους Επισκόπους» (Λόγοι Ι, 119);

7. Ένα εκκλησιολογικό στοιχείο

Έναντι της αρτηριοσκληρωτικής θεσμοποιημένης Εκκλησίας ο Μιχαήλ καταθέτει μια σκέψη που αναδεικνύει τον προφητισμό του: «Εάν το Άγιο πνεύμα δει ότι στην παρούσα προβληματική εκκλησιαστική και κοινωνική κατάσταση είναι απαραίτητο ένα χάρισμα, δεν μπορεί να το εμφανίσει για πρώτη φορά στην ιστορία μας; Εγώ νομίζω, ότι και για τη σωτηρία ενός και μόνο ανθρώπου μπορεί κάποιος να γίνει φορέας ενός καινοφανούς χαρίσματος. Είναι απίθανο αυτό;» (Νοερά Β΄, 78).

8. Στοιχεία ανθρωπολογικής σκέψης

Ποιος είναι ο σημερινός άνθρωπος; «Το νέο αυτό είδος θα αποτελείται από ανθρώπους ψυχασθενείς κατά το μάλλον ή ήττον, μπερδεμένους, μ’ ελάχιστες δυνατότητες αντίδρασης, υπερπληροφορημένους σαν ζαλισμένα κοτόπουλα, με υπερφίαλο εγωισμό κι αυτοπεποίθηση, έτοιμη να καταρρακωθεί και να κατεδαφιστεί στην πρώτη πίεση, ανθρώπους που κάθε βράδυ κοιμούνται απογοητευμένοι, με την καρδιά τους γεμάτη απελπισία και τρόμο. Κύριο χαρακτηριστικό τους θα ’ναι μια ξέφρενη σεξουαλικότητα στην αδάμαστη λαχτάρα τους  γι’ ανθρώπινη επαφή και ζεστασιά και στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από την μαύρη τρύπα της μοναξιάς που συνεχώς τους καταπίνει. Η μόνη τους σίγουρη παρηγοριά θα είναι στο καταφύγιο της φαντασίας τους, όπου θ’ αποσύρονται όταν δεν θ’ αντέχουν την τραγική πραγματικότητα κι εκεί θα μπορούν να “ζήσουν” κάποιες διαστάσεις της προσωπικότητάς τους» (Αντίχριστος, 44).

Και η λύση; «Δεν υπάρχει ατυχέστερο γεγονός και μεγαλύτερη αδικία στην ιστορία του ανθρώπου, απ’ αυτήν που κάποιος μπορεί να σκέφτηκε ότι το εγώ του είναι και η προσωπικότητά του. Τελείως το αντίθετο συμβαίνει. Για να καταλάβεις τι σημαίνει προσωπικότητα, θα πρέπει να δαμάσεις τον εγωισμό σου» (Λόγοι ΙΙΙ, 49).

9. Πλούτος και κοινωνική δικαιοσύνη

«Το κεφάλαιο βλέπετε, δεν είναι παντοδύναμο μόνο σήμερα, αλλά πάντοτε έτσι ήταν. Εξαγοράζει και κυβερνάει, πληρώνει και περνάει τις ιδέες του και τις αποφάσεις του. Πάντοτε το απαιτούσε και το κατάφερνε, να περνάει ανάμεσα από σκυμμένα κεφάλια κι από γερμένες πλάτες που δήλωναν υποταγή και δουλοπρέπεια. ... Ναι. Οι πλούσιοι κι οι άδικοι πάντοτε στην ιστορία νίκησαν, κέρδισαν όλες τις μάχες. Πάντοτε επιβλήθηκαν και πάντοτε πανηγύρισαν. Πάντοτε. Πλην μιας μόνο περιπτώσεως, όταν συνάντησαν στο δρόμο τους ανθρώπους που πραγματικά αγάπησαν τον Θεό. Εκεί, τα πράγματα μπερδεύονταν. ... Θεολογικώς, οι πλούσιοι είναι τα πνευματικά μογγολάκια της Εκκλησίας» (Λόγοι ΙΙΙ, 92,96).

Την απάντηση ο Μιχαήλ τη δίνει μέσα από την ομορφιά των Βεδουίνων που τόσο αγάπησε: «Ο Αχμέτ μου είπε: “Ο παππούς μου κρατώντας κάποτε στη χούφτα του ένα στάρι, μου έδειξε την αυλακιά που είχε ο καρπός στο μέσον του και μου ’πε πως κάθε τι που τρώγετε, συνήθως κόβεται εύκολα στα δύο. Και το στάρι, έχει στη μέση αυτή τη γραμμή, για να σε διδάσκει να μοιράζεσαι το ψωμί σου και με κάποιον άλλον”» (Βεδουίνοι, 115).

Γιατί έγραψα:

1. Γιατί με οδήγησε σε μια προσωπική κρίση και σε ένα ξεκαθάρισμα, πράγματα που θα ήθελα να νιώσουν κι άλλοι άνθρωποι.
2. Γιατί έγραψε πράγματα που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ.
3. Γιατί διαβάζοντας Μιχαήλ δε λειτουργούσε μόνο το μυαλό μου, αλλά και η καρδιά μου.
4. Γιατί με το όλο οικείο ύφος του σου δίνει τη δυνατότητα να τον ξετινάξεις κρίνοντάς τον αν κάνει καμιά στραβή παρακάτω.